Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Οι δυο βάρκες του κ. Τσίπρα

του Γιώργου Κοντογιάννη
Ο κ. Αλέξης Τσίπρας ζει τις δικές του Κάννες, είπε στη Βουλή ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, θέλοντας να δείξει το πόσο δύσκολη είναι η θέση στην οποία βρίσκεται ο Έλληνας Πρωθυπουργός σε ό,τι αφορά στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές.
Τον Νοέμβριο του 2011 ο κ. Γιώργος Παπανδρέου στις Κάννες, μετά από μια σειρά αποτυχημένων διαπραγματεύσεων
και την καταστροφική πρότασή του για δημοψήφισμα αναγκάσθηκε να παραδώσει την πρωθυπουργία σε μια τρικομματική κυβέρνηση υπό τον τεχνοκράτη κ. Λουκά Παπαδήμο, μέχρι να φθάσει η χωρα, μετά από ένα εξάμηνο, στις διπλές εκλογές του 2012.
Σαφώς το παράδειγμα του κ. Βενιζέλου, το οποίο συνέκρινε την περίοδο των Καννών με την πολυγλωσσία της κυβέρνησης, τις απειλές για εκλογές ή δημοψήφισμα και τη μη ευτυχή κατάληξη, μέχρι σήμερα, των διαπραγματεύσεων, αλλά και δημοσιεύματα των Financial Times, ήταν αρκετά έξυπνο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο νυν πρωθυπουργός κ. Τσίπρας θα έχει την κατάληξη που είχε ο Γιώργος Παπανδρέου.
Μέχρι σήμερα ο κ. Τσίπρας είναι γεγονός ότι έχει να αντιμετωπίσει ένα διπλό μέτωπο:
  1. Τους δανειστές, με τους οποίους πρέπει να κλείσει μια άλλη συμφωνία, σαφώς ευνοϊκότερη από εκείνη που είχε σχεδόν κλείσει η κυβέρνηση ΝΔ- ΠΑΣΟΚ.
  2. Και τις κοινοβουλευτικές ομάδες του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, οι βουλευτές των οποίων δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι η παρουσία της Ελλάδος στην οικογένεια του δυτικού κόσμου, δεν της επιτρέπει να μη αποδέχεται τους διεθνείς κανόνες και συμβάσεις που έχει υπογράψει η χώρα, τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να καταργήσει μονομερώς.
Κινούμενος επάνω σε αυτές τις δύο βάρκες, ο Έλληνας πρωθυπουργός προσπαθεί να ισορροπήσει, μόνο που οι συγκεκριμένες βάρκες κινούνται προς διαφορετικές κατευθύνσεις και ο κίνδυνος να βρεθεί στη θάλασσα καθημερινά μεγαλώνει.
Είναι σαφές λοιπόν ότι πρέπει να κάνει μια επιλογή. Σε ποια από τις δύο βάρκες θα πατήσει;
Αυτό έχουν υπ’ όψιν τους και οι Financial Times και γράφουν ότι θα ήταν προτιμότερο να συγκυβερνούσε με το ΠΑΣΟΚ και το ΠΟΤΑΜΙ, παρά με τους ΑΝΕΛ και την Αριστερή Πλατφόρμα του κ. Λαφαζάνη, τον οποίο τελευταία σε αριστερόστροφη εξαλλοσύνη διαγκωνίζεται η πρόεδρος της Βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου.
Ο κ. Τσίπρας θέλει να ισορροπήσει. Και βλέπει ότι ίσως την ισορροπία αυτή μπορεί να του την προσφέρουν πιο εύκολα οι δανειστές παρά οι «σύντροφοί» του στο κόμμα που ο ίδιος είναι αρχηγός και γι’ αυτό ζητεί επιμόνως πολιτική λύση. Αυτό ζήτησε ο ίδιος από την κυρία Μέρκελ και την επταμερή, το ίδιο ζήτησε και ο κ. Βαρουφάκης, ανήμερα το καθολικό Πάσχα, από την κυρία Λαγκάρντ.
Αυτό που δεν μπορούν να συνειδητοποιήσουν είναι ότι πολιτική λύση με τη μορφή που επιδιώκουν δεν είναι εύκολο να υπάρξει επειδή αυτό θα σημαίνει ότι οι εταίροι και δανειστές θα δημιουργήσουν ένα κακό προηγούμενο. Και με το προηγούμενο αυτό θα έχουν παραβιάσει το δικό τους Ευαγγέλιο, που είναι ο σεβασμός στους διεθνείς κανόνες και συμβάσεις, αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται όλο το δυτικό και εν πολλοίς το παγκόσμιο οικοδόμημα. Και αυτό φοβούνται. Τα ανάλογα αιτήματα που θα ακολουθήσουν στο μέλλον από άλλες χώρες και όχι το μέγεθος του χρέους της Ελλάδος.
Ανοχή στη διαχείριση της συμφωνίας για εσωτερική προπαγάνδα μπορούν να τη δεχθούν, με την ίδια στριφνή έκφραση που παίρνει κάθε φορά ο κ. Σόημπλε όταν αναγκάζεται να αποκαλεί την τρόικα Brussels Group, αλλά η ανοχή τους και η υποχωρητικότητά τους φαίνεται ότι σταματάει εκεί. Μπορεί ακόμα να δεχθούν πρόσθετη βοήθεια προς τη χώρα με νέους όρους ευνοϊκότατους που θα ακυρώνουν τους δυσμενείς όρους των μνημονίων, στο πλαίσιο ενός νέου τρίτου μνημονίου που δεν θα ονομάζεται μνημόνιο αλλά π.χ. Σύμφωνο Ανάπτυξης. Αλλά μη εφαρμογή όρων που έχουν ήδη συμφωνηθεί είναι απίθανο να αποδεχθούν.
Συνεπώς η προσοχή του πρωθυπουργού πρέπει να στραφεί στην κατεύθυνση της άλλης βάρκας, εκείνης που αφορά στις κοινοβουλευτικές ομάδες του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ.
Είναι γεγονός ότι και στην πολιτική, όπως και στη ζωή, ισχύει η λαϊκή ρήση «σπέρνεις ανέμους, θερίζεις θύελλες». Και αυτές τις θύελλες θέλει να αποφύγει ο κ. Τσίπρας, γιατί γνωρίζει ότι τουλάχιστον ένα τμήμα της κοινοβουλευτικής του ομάδας είναι δύσκολο να αποδεχθεί τη στροφή που κάνει ή μάλλον που για λόγους ρεαλισμού είναι αναγκασμένος να κάνει. Γνωρίζει ότι υπάρχουν βουλευτές που δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι η υλοποίηση του προγράμματος της Θεσσαλονίκης μπορεί να γίνει σε βάθος τετραετίας. Και γι’ αυτό το λόγο προσπαθεί να ικανοποιήσει δικές τους δεσμεύσεις που δεν έχουν οικονομικό κόστος (π.χ. το νομοσχέδιο για την κατάργηση των φυλακών ασφαλείας και όσα περιλαμβάνει ή κατάργηση της Αμυγδαλέζας ή την αλλαγή φιλοσοφίας στη στάση της Αστυνομίας προς τους καταληψίες). Θέλει να τους δείξει ότι σε θέματα αρχών παραμένει πιστός σε όσα μαζί έχουν διακηρύξει και δεσμευθεί, που σημαίνει ότι θα υλοποιήσει στο χρόνο που οι συνθήκες θα του το επιτρέψουν και όσα έχει δεσμευθεί σε οικονομικό επίπεδο. Και για το λόγο αυτό τους αφήνει να λένε όσα τους έρχονται στο κεφάλι για δημοψηφίσματα ή πρόωρες εκλογές με στόχο ο καθένας να εκτονώνεται με τον δικό του τρόπο. Εκείνο όμως που δεν υπολογίζει όσο θα έπρεπε, είναι ότι κάθε μορφή δήλωσης μεταφέρεται πλέον ως απειλή στο εξωτερικό.
Ο κ. Τσίπρας ποντάρει πάντα και στους ισχυρούς συγκολλητικούς δεσμούς που δημιουργεί η εξουσία. Και γι’ αυτό ήταν έξυπνο από την πλευρά του που αντί να κάνει κυβέρνηση με το πρόθυμο για τον σκοπό αυτό ΠΟΤΑΜΙ, προτίμησε να κάνει κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ, αντί να τους αφήσει ανεξέλεγκτους εκτός κυβερνητικού σχήματος. Γιατί το πάθος του κ. Καμένου για δικαίωση του αγώνα του, εκτός από το ότι είναι ένα πεδίο που μπορεί να ισχυροποιηθούν πιο εύκολα αυτοί οι δεσμοί εξουσίας, παράλληλα τον καθιστά συνυπεύθυνο σε όσα συμφωνεί ο ίδιος με την τρόικα ή το Brussels Group. Συνεπώς οι ΑΝΕΛ δεν έχουν πια καμία δικαιολογία για όσα συμφωνούνται και υπογράφονται.
Φυσικά γνωρίζει ότι αυτό που έγραψαν οι Financial Times ισχύει. Πάντα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν εφεδρικά για τη στήριξη ενός κυβερνητικού σχήματος και το ΠΟΤΑΜΙ και το ΠΑΣΟΚ. Αυτό θα σήμαινε όμως ότι η προσπάθεια να πείσει το κόμμα του ότι αυτό που κάνει είναι σωστό, έχει αποτύχει.
Το σενάριο να μην υπάρξουν αναταράξεις στον κυβερνητικό συνασπισμό με την υπογραφή ενός νέου μνημονίου (όπως και αν ονομασθεί) είναι απίθανο, πολύ περισσότερο όταν υπάρχουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, όπως η κυρία Κωνσταντοπούλου και ο κ. Λαφαζάνης, που επενδύουν για το πολιτικό τους μέλλον σε μια τέτοια σύγκρουση. Ό,τι κι αν κάνει ο κ. Τσίπρας απώλειες θα υπάρξουν. Το ζήτημα γι’ αυτόν είναι να περιοριστούν στο μικρότερο δυνατό ποσοστό.
Εκ των πραγμάτων λοιπόν, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, θα βρεθεί μπροστά σε ένα νέο δίλημμα:
Ή να υπογράψει μια νέα συμφωνία προχωρώντας μπροστά, στηριζόμενος σε νέες δυνάμεις και νέες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες ή να παίξει το ρόλο του «αντάρτη» και να οδηγήσει τη χώρα εκτός της ευρωπαϊκής οικογένειας, με όποιες τραγικές και απρόβλεπτες επιπτώσεις μπορεί να υπάρξουν για τη χώρα.
Στο σημείο που βρίσκεται, όντως πρέπει να κάνει δύσκολες, επώδυνες επιλογές, που θα καθορίσουν όχι μόνο το δικό του μέλλον, αλλά και το μέλλον της χώρας.
Πρέπει να επιλέξει σε ποια βάρκα θα πατήσει για να φθάσει σε ασφαλές λιμάνι.
Αλλά πρέπει να θυμάται ότι η εντολή που έχει λάβει είναι να οδηγήσει σε ασφαλές λιμάνι τη χώρα. Ούτε το κόμμα του, ούτε τον εαυτό του. Και μέχρι σήμερα το πιο ασφαλές λιμάνι για τη χώρα έχει αποδειχθεί ότι είναι αυτό της Ευρώπης.

http://www.apopseis.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=959:oi-2-varkes-toy-tsipra&Itemid=73 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου